Μόρια

Γενικά

Μόρια λέγονται άκλιτες λέξεις,
οι περισσότερες μονοσύλλαβες,
που δεν ανήκουν κανονικά σ’ ένα ορισμένο μέρος του λόγου.

Αυτά έχουν κυρίως επιρρηματική σημασία και χρησιμοποιούνται στο λόγο βοηθητικά.
Τέτοια είναι στην αρχαία ελληνική τα ακόλουθα:

Τα εγκλιτικά
τοί, γέ, πέρ, πώ, νῦν.

Το ευχετικό εἴθε, που εκφράζει ευχή:
εἴθε εἶχες βελτίους φρένας – εἴθε ὑγιαίνοις.

Το δυνητικό ἄν, που σημαίνει κάτι που μπορεί ή που μπορούσε να γίνει:
εἶπον ἂν (= μπορούσα να πω).

Το αοριστολογικό ἂν, που είναι παραλλαγή του δυνητικού ἂν και σημαίνει τυχόν ή ίσως:
ὃς ἄν (= που τυχόν, ο οποίος τυχόν), ὅπου ἂν (= όπου τυχόν) κτλ.

Τα αιτιολογικά
ἅτε, οἷον ή οἷον δή, οἷα ή οἷα δή,
που συνάπτονται με μετοχή και σημαίνουν αιτία πραγματική:
ἅτε ὤν, οἷον (δὴ) ὤν, οἷα (δὴ) ὤν (= γιατί πράγματι είναι).

Τα αχώριστα δηκτικά μόρια -δε και -ί, που βρίσκονται προσκολλημένα στο τέλος ορισμένων λέξεων και σημαίνουν δείξιμο:
(ὁ, ἡ, τὸ) ὅδε, ἥδε, τόδε (τοῖος, τόσος, τηλίκος), τοιόσδε, τοσόσδε, τηλικόσδε, (οὗτος) οὑτοσί, αὑτηί, τουτί, (ὅδε) ὁδί, ἡδί, τοδί, (οὕτως) οὑτωσί, (ὧδε) ὡδὶ κτλ.

Τα αχώριστα προτακτικά μόρια
ἀ-, νη-, δυσ-, ἀρι-, ζα-, κτλ.
που ποτέ δε λέγονται μόνα τους,
παρά συνηθίζονται μόνο στη σύνθεση ως πρώτα συνθετικά σύνθετων λέξεων.

Skip to content