Σε κάθε λέξη που έχει δύο ή περισσότερες συλλαβές μία από αυτές τονίζεται,
δηλαδή προφέρεται πιο δυνατά από τις άλλες.
Για να φανερώσουμε στο γραπτό λόγο ποια είναι η συλλαβή που τονίζεται,
γράφουμε πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής αυτής ένα σημάδι που
λέγεται τόνος:
φέ-ρω, φε-ρό-με-θα, φε-ρο-μέ-νη, φεῦ-γε, ἀ-πό-φευ-γε, ἀ-γαθός, ἀ-νήρ.
Οι τόνοι στα αρχαία ελληνικά είναι τρεις:
η οξεία ( ´ ) π.χ. (θόλος)
η βαρεία ( ` ) π.χ. (λαὸς)
η περισπωμένη ( ῀ ) π.χ. (τιμῶ)
Σε κάθε λέξη πάνω στο φωνήεν ή το δίφθογγο της συλλαβής που τονίζεται
σημειώνουμε κάθε φορά έναν ορισμένο τόνο.
Κατά τη θέση που έχει ο τόνος σε μια λέξη και κατά το είδος του η λέξη αυτή λέγεται:
ὀξύτονη, αν έχει οξεία στη λήγουσα:
πατήρ
παροξύτονη, αν έχει οξεία στην παραλήγουσα:
μήτηρ
προπαροξύτονη, αν έχει οξεία στην προπαραλήγουσα:
λέγομεν
περισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στη λήγουσα:
τιμῶ
προπερισπώμενη, αν έχει περισπωμένη στην παραλήγουσα:
δῶ
βαρύτονη, αν δεν τονίζεται στη λήγουσα:
ἄνθρωπος, λύω, κελεύω.
Ο τονισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται κατά τους
εξῆς γενικούς κανόνες:
Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα
(όπως και στην κοινή νέα ελληνική):
λέγομεν, ἐλέγομεν, ἐλεγόμεθα, ἐπικίνδυνος, ἐπικινδυνότατος.
Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η προπαραλήγουσα δεν τονίζεται:
(ἡ βασίλισσα, αλλά) τῆς βασιλίσσης, (ἄμεσος, αλλά) ἀμέσως.
Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία:
τιμώμεθα, παρήγορος, πείθομαι.
Κάθε βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε οξεία:
νέφος, τόπος, ἀγαθός.
Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται,
παίρνει οξεία εμπρός από μακρόχρονη λήγουσα:
θήκη, κώμη, παιδεύω, κλαίω.
Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται,
παίρνει περισπωμένη εμπρός από βραχύχρονη λήγουσα:
κῆπος, χῶρος, φεῦγε, κῶμαι.
Η θέσει μακρόχρονη συλλαβή ως προς τον τονισμό λογαριάζεται
βραχύχρονη:
αὖλαξ, κλῖμαξ, μεῖραξ, τάξις, λύτρον.
Η βαρεία σημειώνεται στη θέση της οξείας μόνο στη λήγουσα, όταν δεν ακολουθεί στίξη ή λέξη εγκλιτική:
ὁ βασιλεὺς τὴν μὲν πρὸς ἑαυτὸν ἐπιβουλὴν οὐκ ᾐσθάνετο – τοῖς μὲν Ἕλλησιν ἔσει πιστός,
τοῖς δὲ βαρβάροις φοβερός – τό τε βαρβαρικὸν καὶ τὸ ἑλληνικόν ναός τις.
Η ασυναίρετη ονομαστική, αιτιατική και κλητική των πτωτικών,
όταν τονίζεται στη λήγουσα, κανονικά παίρνει οξεία:
ὁ ποιητής, τὸν ποιητήν, ὦ ποιητά, οἱ ποιηταί, τοὺς ποιητάς, ὦ ποιηταί
ἡ φωνή, τὴν φωνήν, ὦ φωνή, αἱ φωναί, τὰς φωνάς, ὦ φωναί
πατήρ, λιμήν, ἀνδριάς, καλήν, καλάς, καλά
αὐτή, αὐτήν, αὐτάς, λαβών, 1δών, λελυκώς, λυθείς.
Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των πτωτικών, όταν
τονίζεται στη λήγουσα, παίρνει περισπωμένη:
τοῦ ποιητοῦ, τῷ ποιητῇ, τῶν ποιητῶν, τοῖς ποιηταῖς
τῆς φωνῆς, τῇ φωνῇ, τῶν φωνῶν, ταῖς φωναῖς
τοῦ ἀγαθοῦ, τῆς ἀγαθῆς, τῷ ἀγαθῷ, τῇ ἀγαθῇ, τῶν ἀγαθῶν, τοῖς ἀγαθοῖς,
ταῖς ἀγαθαῖς κτλ.
αὐτοῦ, αὐτῆς, αὐτῷ, αὐτῇ, αὐτῶν, αὐτοῖς, αὐταῖς κτλ.
Στα πτωτικά, όπου τονίζεται η ονομαστική του ενικού
εκεί τονίζονται και οι άλλες πτώσεις του ενικού και του πληθυντικού,
εκτός αν εμποδίζει η λήγουσα:
λέων, λέοντος, λέοντες κτλ. – αλλά: λεόντων
ἄρρην, ἄρρενος, ἄρρενες κτλ. – αλλά: ἀρρένων
ἕκαστος, ἕκαστον, ἕκαστοι κτλ. αλλά: ἐκάστου, ἑκάστων, ἑκάστους
ὁ λύων, τοῦ λύοντος, οἱ λύοντες κτλ. αλλά: τῶν λυόντων.
Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν τονίζεται,
κανονικά παίρνει περισπωμένη:
(τιμάω) τιμῶ, (τιμάων) τιμῶν, (ἐπιμελέες) ἐπιμελεῖς,
παίρνει όμως οξεία, αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η δεύτερη από
τις συλλαβές που συναιρούνται:
(έσταὼς) ἑστώς, (κληίς, κλής) κλείς.
Στις σύνθετες λέξεις ο τόνος κανονικά ανεβαίνει ως την τελευταία
συλλαβή του πρώτου συνθετικού, αν επιτρέπει η λήγουσα:
(σοφός) πάνσοφος, (πόλις) ἀκρόπολις, μεγαλόπολὶς, (πῆχυς) εἰκοσάπηχυς
(ἐλθε) ἄπελθε, (δὸς) ἀπόδος, (φρὴν) ὁ μεγαλόφρων, τὸ μεγαλόφρον.
Κεντρικό Κατάστημα:
Σκρα 16,
Ορεστιάδα.
68 200
+30 25520 27546
+30 21022 08179
ΑΡ. ΓΕΜΗ: 179678421000
©Omilos Eukleidi 2026. All rights reserved.