Στα φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα το θέμα του ενεστώτα (και του παρατατικού)
λήγει σε ι ή υ (δηλ. ο χαρακτήρας τους είναι ῑ, ῐ – ῡ, ῠ – αι, ει, οι – αυ, ευ, ου):
πρῑ΄ω (= πριονίζω), τῑ΄ω (ποιητ. = τιμώ), χρῑ΄ω (= αλείφω)
ἐσθῐ΄ω (= τρώγω) – δακρῡ΄ω, δῡ’ω, ἐξαρτῡ’ω (= παρασκευάζω), θῡ’ω,
ἱδρῡ΄ω, ἰσχῡ’ω, κωλῡ’ω, λῡ΄ω, μηνῡ΄ω, μῡ’ω και μεταγεν. καμμῡ’ω (αντί καταμῡ΄ω = κλείνω τα μάτια μου), φῡ’ω
ἀνῠ’ω ή ἀνῠ’τω (= τελειώνω), ἀρῠ’ω και ἀρῠ’τω (= αντλώ),
πτῠ’ω – καίω ή κάω, κλαίω ή κλάω, παίω, πταίω – κλείω ή κλῄω, σείω – οἴομαι ή οἶμαι (= φρονώ) – (ἀπο)λαύω, θραύω, ψαύω κτλ.
– ἀριστεύω, βασιλεύω, βουλεύω (= είμαι βουλευτής ή σκέπτομαι), γεύω (= προσφέρω γεύμα),
δουλεύω (= είμαι δούλος), ἐνεδρεύω, θεραπεύω, ἱκετεύω, ἱππεύω, κελεύω, κινδυνεύω,
λατρεύω (= υπηρετώ), παιδεύω, πρωτεύω, τοξεύω, φονεύω κτλ. – ἀκούω, κολούω (= κολοβώνω), κρούω, λούω κτλ.
Τα φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα σχηματίζουν τους άλλους χρόνους,
εκτός από τον ενεστώτα και παρατατικό, με τις (φαινομενικές) καταλήξεις:
-σω, -σα, -κα, -κειν· -σομαι, -θήσομαι, -θην, -μαι, -μην.
Αλλά στους χρόνους αυτούς ο χαρακτήρας του θέματος, αν είναι βραχύχρονος,
κανονικά εκτείνεται εμπρός από το σύμφωνο των καταλήξεων, δηλ.
το ῐ ή ῠ γίνεται ῑ ή ῡ.
Μερικά φωνηεντόληκτα ασυναίρετα ρήματα έχουν σ εμπρός από τις καταλήξεις που αρχίζουν από θ, μ, τ
(άλλα γιατί αρχικά είχαν σ στο τέλος του ρηματ. θέματος και άλλα γιατί το πήραν από αναλογία)
επίσης μερικά παρουσιάζουν και άλλες ανωμαλίες.
Έτσι οι τύποι των ρημάτων αυτών σχηματίζονται κατά τον ακόλουθο πίνακα:
ἀκούω (θ. ἀκουσ-, ἀκου-, ἀκo-, ἀκο-), πρτ. ἤκουον, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. ἀκούσομαι, αόρ. ἤκουσα, πρκμ. ἀκήκοα, υπερσ. ἠκηκόειν.
Παθ. ἀκούομαι, παθ. μέλλ. ἀκουσθήσομαι, παθ. αόρ. ἠκούσθην.
Ρηματ. επίθ. ἀκουστός, ἀκουστέος.
ἀνύω και ἀνύτω (= τελειώνω θ. ἀνυ- και ἀνυτ-), πρτ. ἤνυον και ἤνυτον, μέλλ. ἀνῠ’σω, αόρ. ἤνῠσα, πρκμ. ἤνῠκα.
Παθ. ἀνύτομαι, μέσ. αόρ. ἠνῠσάμην, παθ. αόρ. ἠνῠ΄σθην, πρκμ. ἤνῠσμαι.
Ρηματ. επίθ. ἀνυστός.
γεύω (= προσφέρω γεύμα· θ. γευσ-, γευ-), μόνο ο ενεστώτας.
Μέσ. γεύομαι, μέσ. μέλλ. γεύσομαι, μέσ. αόρ. ἐγευσάμην, πρκμ. γέγευσμαι.
Ρηματ. επίθ. ἄγευστος, γευστέον.
θραύω (θ. θραυσ-, θραυ-), μόνο ο ενεστώτας και ο αόρ. ἔθραυσα.
Παθ. θραύομαι, παθ. αόρ. ἐθραύσθην, πρκμ. τέθραυσμαι.
Ρηματ. επίθ. θραυστός.
καίω και κάω (θ. καϜ – = καυ-, κα-), πρτ. ἔκαιον και ἔκαον, μέλλ. καύσω, αόρ. ἔκαυσα, πρκμ. κέκαυκα.
Παθ. καίομαι και κάομαι, πρτ. ἐκαόμην (μόνο), παθ. μέλλ. καυθήσομαι, παθ. αόρ. ἐκαύθην, πρκμ. κέκαυμαι, υπερσ. ἐκεκαύμην.
Ρηματ. επίθ. ἄκαυ-σ-τος, περίκαυ-σ-τος (αλλά πυρίκαυ-σ-τος και πυρίκαυ-τος).
κελεύω (= διατάζω, παραγγέλνω· θ. κελευ- και κελευσ-), πρτ. ἐκέλευον, μέλλ. κελεύσω, αόρ. ἐκέλευσα, πρκμ. κεκέλευκα.
Παθ. κελεύομαι, πρτ. ἐκελευόμην, παθ. αόρ. ἐκελεύσθην, πρκμ. κεκέλευσμαι.
Ρηματ. επίθ. ἀκέλευστος, κελευστέος.
κλαίω και κλάω (θ. κλαϜ- = κλαυ- και κλαϜj- = κλαι- και κλα-, κλαε- = κλαη- και κλαιε- = κλαιη-), πρτ. ἔκλαον, μέλλ. κλαύσομαι και κλαήσω ή κλαιήσω, αόρ. ἔκλαυσα.
Μέσ. αόρ. ἐκλαυσάμην.
Ρηματ. επίθ. κλαυ(σ)τός, ἄκλαυ(σ)τος.
κλῄω και κλείω (θ. κλαϜ- = κληϜ- ή κλεϜ-), πρτ. ἔκλῃον ή ἔκλειον, μέλλ. κλῄσω ή κλείσω, αόρ. ἔκλῃσα ή ἔκλεισα.
Μέσ. και παθ. -κλήομαι¹ ή -κλείομαι, πρτ. -εκλῃόμην ή -εκλειόμην, παθ. μέλλ. -κλῃ-σ-θήσομαι ή -κλει-σ-θήσομαι, μέσ. αόρ. -εκλῃσάμην ή -εκλεισάμην, παθ. αόρ. ἐκλῄ-σ-θην ή ἐκλεί-σ-θην, πρκμ. κέκλῃμαι ή κέκλειμαι, υπερσ. ἐκεκλῄμην ή ἐκε-κλείμην.
Ρηματ. επίθ. κλῃ-σ-τός ή κλει-σ-τός.
κρούω (θ. κρουσ-, κρου-), πρτ. ἔκρουον, μέλλ. κρούσω, αόρ. ἔκρουσα, πρκμ. -κέκρουκα, υπερσ. -εκεκρούκειν.
Μέσ. και παθ. κρούομαι, πρτ. ἐκρουόμην, μέσ. μέλλ. κρούσομαι, μέσ. αόρ. ἐκρουσάμην, παθ. αόρ. -εκρούσθην, πρκμ. κέκρου(σ)μαι, υπερσ. ἐκεκρούσμην.
Ρηματ. επίθ. ἀπο-κρουστέον.
(κατα)λεύω (= λιθοβολώ· θ. λαϜ- = λεϜ- = λευ- και λευσ-), πρτ. κατέλευον, αόρ. κατέλευσα.
Παθ. μέλλ. καταλευσθήσομαι, παθ. αόρ. κατελεύσθην.
Ρηματ. επίθ. λιθό-λευστος.
λούω (θ. λοϜ- = λου- ή λο- και λουσ-), μόνο ο ενεστώτας.
Μέσ. λοῦμαι (από το λόϜομαι, λόομαι), πρτ. ἐλούμην, μέσ. μέλλ. λούσομαι, μέσ. αόρ. ἐλουσάμην, πρκμ. λέλουμαι (μεταγεν. λέλουσμαι).
ξύω (θ. ξυσ-, ξυ-·), αόρ. ἔξῡσα.
Μέσ. αόρ. ἐξυσάμην, παθ. αόρ. -εξύσθην.
Ρηματ. επίθ. ξυστός.
παίω (= χτυπώ, θ. παϜ-, πάϜ-j-ω = πάF-j-ω παίω), πρτ. ἔπαιον, μέλλ. παίσω, αόρ. ἔπαισα, πρκμ. πέπαικα.
Παθ. παίομαι, (πρτ. ἐπαιόμην, μέσ. αόρ. ἐπαισάμην), παθ. αόρ. ἐπαίσθην.
Ρηματ. επίθ. ἀνά-παι-σ-τος.
παύω (θ. παυσ-, παυ-), πρτ. ἔπαυον, μέλλ. παύσω, αόρ. ἔπαυσα, πρκμ. πέπαυκα.
Μέσ. και παθ. παύομαι, πρτ. ἐπαυόμην, μέσ. μέλλ. παύσομαι, μέσ. αόρ. ἐπαυσάμην, παθ. μέλλ. παυ(σ)θήσομαι, παθ. αόρ. ἐπαύ(σ)θην, πρκμ. πέπαυμαι, υπερσ. ἐπεπαύμην.
Ρηματ. επίθ. ἄπαυ(σ)τος, παυ(σ)τέον.
πρῑ΄ω (= πριονίζω· θ. πρῑ- και πρῑσ-), πρτ. ἔπριον, αόρ. ἔπρισα.
Παθ. πρκμ. πέπρισμαι.
πταίω (από το παίω· πβ. πόλεμος – πτόλεμος· πόλις – πτόλις), πρτ. ἔπταιον, μέλλ. πταίσω, αόρ. ἔπταισα, πρκμ. ἔπταικα.
Ρηματ. επίθ. ἄ-πται- σ-τος.
πτύω (θ. πτυ- και πτυσ-), αόρ. -έπτῠσα.
Ρηματ. επίθ. κατά-πτυστος. Τα λοιπά μεταγενέστερα.
σείω (θ. σει-), πρτ. ἔσειον, αόρ. ἔσεισα.
Μέσ. και παθ. σείομαι, μέσ. αόρ. ἐσεισάμην, παθ. αόρ. ἐσεί-σ-θην, πρκμ. σέ-σει-σ-μαι.
Ρηματ. επίθ. διά-σει-σ-τος.
χρῑ’ω (= αλείφω· θ. χρισ-, χρι-), μόνο ο ενεστώτας.
Μέσ. και παθ. χρῑ΄ομαι, πρτ. ἐχρῑόμην, μέσ. αόρ. ἐχρισάμην, πρκμ. κέχρῑμαι, υπερσ. ἐκεχρῑ΄μην.
Ρηματ. επίθ. χριστός (ποιητ. και μεταγεν.).
ψαύω (θ. ψαϜ- = ψαυ- και ψαυσ-), αόρ. ἔψαυσα.
Ρηματ. επίθ. ἄ-ψαυστος.
Όσοι τύποι εδώ σημειώνονται με ένα ενωτικό (-) μπροστά σημαίνουν σύνθετες λέξεις.
Από τα αφωνόληκτα ρήματα (δηλ. όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα π, β, φ – κ, γ, χ – τ, δ, θ)
μερικά σχηματίζουν τον ενεστώτα (και τον παρατατικό) από το ρηματικό θέμα αμετάβλητο:
βλέπ-ω, δρέπ-ω, ἕπ-ομαι, ἕρπ-ω, λείπ-ω, πέμπ-ω, πρέπ-ει, ῥέπ-ω, σήπ-ω, τέρπ-ω,
ἀμείβ-ω, θλῑ ‘β-ω, λείβ-ω (= στάζω), σέβ-ω, τρίβ-ω,
ἀλείφ-ω, γλῠ΄φ-ω (= σκαλίζω), γρᾰ’φ-ω, μέμφ-ομαι, νῑ΄φ-ω (= χιονίζω), στέφ-ω, στρέφ-ω, τρέφ-ω,
διώκ-ω, εἴκ-ω (= υποχωρώ), ἕλκ-ω, ἥκ-ω (= έχω έρθει), πλέκ-ω, τήκ-ω,
ἄγ-ω (ᾰ), ἀρήγ-ω (= βοηθώ), ἐπείγ-ω (= βιάζω, επιταχύνω), λήγ-ω, ὀρέγ-ω, πνῑ’γ-ω, φεύγ-ω,
ἄρχ-ω, βρέχ-ω, γλίχ-ομαι (= επιθυμώ), δέχ-ομαι, ἐλέγχ-ω, ἔρχ-ομαι, εὔχ-ομαι, ἔχ-ω, μάχ-ομαι, τρέχ-ω, ψήχ-ω (= τρίβω), ψῡ’χ-ω,
πέτ-ομαι (= πετώ), ᾄδ-ω, ἐρείδ-ω (= στηρίζω), ἥδ-ομαι (= ευχαριστιέμαι), καθεύδ-ω (= κοιμούμαι), κυλίνδ-ω (= κυλώ), σπένδ-ω (= κάνω σπονδή, στάζω), σπεύδ-ω, φείδ-ομαι, ψεύδ-ομαι,
αἴθ-ω (= καίω), κλώθ-ω, πείθ-ω, πλήθ-ω (= είμαι γεμάτος) κ.ά.
Τα περισσότερα όμως αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον ενεστώτα και τον παρατατικό από το ρηματικό θέμα μετασχηματισμένο.
Δηλαδή:
Τα χειλικόληκτα ρήματα,
για να σχηματίσουν τον Ενεστώτα και τον Παρατατικό στην ενεργητική και μέση φωνή,
προστίθεται στο τέλος του ρηματικού θέματος το γράμμα τ και σε συνδυασμό
με την μετατροπή του ήδη υπάρχοντα χαρακτήρα π,β,φ, σε π λήγουν σε -πτω, -πτομαι:
(π,β,φ) + τ → π
Έτσι και τα ρήματα
ἀστράπ-τ-ω, κλέπ-τ-ω, ῥίπ-τ-ω· σκήπ-τ-ω (= στηρίζω), τύπ-τ-ω,
(καλύβ-τ-ω =) καλύπ-τ-ω, (ἅφ-τ-ω =) ἅπ-τ-ω, (θάφ-τ-ω =) θάπ- τ-ω,
(κύφ-τ-ω =) κύπ-τ-ω, (ῥάφ-τ-ω =) ῥάπ-τ-ω, (σκάφ-τ-ω =) σκάπ-τ-ω κ.ά.
Τα ουρανικόληκτα ρήματα,
για να σχηματίσουν τον Ενεστώτα και τον Παρατατικό στην ενεργητική και μέση φωνή,
προστίθεται στο τέλος του ρηματικού θέματος, το πρόσφυμα j και συγχωνεύει τον ουρανικό χαρακτήρα κ, γ, χ, σε ττ ή σσ
έτσι λήγουν σε -ττω, -ττομαι ή -σσω, -σσομαι:
(κ, γ, χ) + j → ττ ή σσ
Έτσι και τα ρήματα
(ἑλίκ-j-ω =) ἑλίττω – (κηρύκ-j-ω =) κηρύττω – (πτή-κ-j-ω
=) πτήσσω (= ζαρώνω από φόβο) – (φρίκ-j-ω =) φρίττω – (χαρά-κ-j-ω =) χα
ράττω· (ἀίγ-j-ω = ἀίττω =) ᾄττω (= κινούμαι με ορμή) – (μάγ-j-ω =) μάττω
(= ζυμώνω, δουλεύω κάτι με τα χέρια, σφουγγίζω) – (πατάγ-j-ω =) πατάσσω – (πλήγ-j-ω =) πλήττω – (πράγ-j-ω =) πράττω – (ῥάγ-j-ω =) ῥάσσω (= χτυπώ) – (σπαράγ-j-ω =) σπαράττω – (συ-ρίγ-j-ω =) συ-ρίττω – (σφάγ-j-ω =) σφάττω – (τάγ-j-ω =) τάττω – (φράγ-j-ω =) φράττω· (ἀνα-πτύχ-j-ω =) ἀναπτύσσω –
(ὀρύχ-j-ω =) ὀρύττω κ.ά.
Τα οδοντικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν τον Ενεστώτα και τον Παρατατικό στην ενεργητική και μέση φωνή,
προστίθεται στο τέλος του ρηματικού θέματος, το πρόσφυμα j και συγχωνεύει τους χαρακτήρες θ ή τ, σε ττ ή σσ,
ενώ όσα έχουν ρηματικό χαρακτήρα δ, συγχωνεύονται σε ζ:
(θ,τ) + j → ττ ή σσ
(δ) + j → ζ
Έτσι και τα ρήματα
(ἐρέτ-j-ω =) ἐρέσσω (= τραβώ κουπί) – (ἐρίδ-j-ω =) ἐρίζω – (κομίδ-j-ω =) κομίζω – (ληίδ-j-ομαι =) λῄζομαι (= ληστεύω) – (σφραγίδ-j-ω
=) σφραγ΄ῐζω – (σχίδ-j-ω =) σχ΄ῐζω – (φροντίδ-j-ω =) φροντ΄ῐζω – (ψηφίδ-j-ω =)
ψηφ΄ῐζω – (κλύδ-j-ω =) κλύζω (= περιβρέχω, ορμώ και σκεπάζω με τα κύματα) – (φράδ-j-ω =) φράζω (= λέγω) κ.ά
Στον ενεργητικό και μέσο Μέλλοντα και στον ενεργητικό και μέσο Αόριστο α’, ο ρηματικός χαρακτήρας των αφωνόληκτων ρημάτων, όταν προηγηθεί του χρονικό χαρακτήρα σ, υπόκειται σε ομαλές μεταβολές, όπως φαίνεται παρακάτω:
Τα χειλικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν τον ενεργητικό και μέσο Μέλλοντα και στον ενεργητικό και μέσο Αόριστο α’,
οι υπάρχοντες χαρακτήρες π,β,φ, σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα σ,
μετατρέπονται σε ψ:
(π,β,φ) + σ → ψ
Τα ουρανικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν τον ενεργητικό και μέσο Μέλλοντα
και στον ενεργητικό και μέσο Αόριστο α’, οι υπάρχοντες χαρακτήρες κ,γ,χ,
σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα σ, μετατρέπονται σε ξ:
(κ,γ,χ) + σ → ξ
Τα οδοντικόληκτα ρήματα, για να σχηματίσουν τον ενεργητικό και μέσο Μέλλοντα
και στον ενεργητικό και μέσο Αόριστο α’, προκαλούν απαλοιφή στους χαρακτήρες τ,δ,θ,
όταν συνδυάζονται με τον χαρακτήρα σ:
(τ,δ,θ) + σ → σ
Τα χειλικόληκτα και ουρανικόληκτα σχηματίζουν τον ενεργητικό Παρακείμενο και Υπερσυντέλικο,
με τον χαρακτήρα του ρηματικού θέματος.
Αν είναι άφωνο ψιλόπνοο ή μέσο, τον μετατρέπουν στο αντίστοιχο δασύπνοο, όπως παρακάτω:
(π,β,φ) → φ
(κ,γ,χ) → χ
Τα οδοντικόληκτα ρήματα, σχηματίζουν τον ενεργητικό Παρακείμενο και Υπερσυντέλικο, με τον χρονικό χαρακτήρα κ.
Προκαλείται η απαλοιφή του οδοντικού χαρακτήρα τ,δ,θ, που προηγείται της προσθήκης του κ:
(τ,δ,θ) → κ
Όσα ρήματα περιέχουν ε, πριν από τον ρηματικό χαρακτήρα, μετατρέπουν, κατά βάση,
στον ενεργητικό Παρακείμενο και Υπερσυντέλικο, το ε, σε ο:
ε → ο
Στον παθητικό Μέλλοντα α’ και τον παθητικό Αόριστο α’, ο ρηματικός χαρακτήρας των αφωνόληκτων ρημάτων πριν από το θ, του χρονικού προσφύματος θη (θε), μεταβάλεται ομαλά.
Τα ψιλόπνοα και μέσα χειλικά (π, β), μετατρέπονται σε δασύπνοο φ:
(π, β) → φ
Τα ψιλόπνοα ή μέσα ουρανικά (κ, γ), μετατρέπονται σε δασύπνοο χ:
(κ,γ) → χ
Τα οδοντικά (τ, δ, θ), μετατρέπονται σε σ:
(τ,δ,θ) → σ
Τα αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν τον Παρακείμενο και τον Υπερσυντέλικο της μέσης φωνής,
με τις καταλήξεις -μαι, -σαι, -ται και -μην, -σο, -το,
κατά το σχηματισμό των τύπων στους χρόνους αυτούς,
συμβαίνουν οι ομαλές μετατροπές του χαρακτήρα πριν από τις προσωπικές καταλήξεις.
Κεντρικό Κατάστημα:
Σκρα 16,
Ορεστιάδα.
68 200
+30 25520 27546
+30 21022 08179
ΑΡ. ΓΕΜΗ: 179678421000
©Omilos Eukleidi 2026. All rights reserved.